Χριστουγεννιάτικες CουλοΙστορίες

 Μιας και το ζητήσατε, κι επειδή δε μπορώ να σας αρνηθώ τίποτα πια, τόση αγάπη σας έχω, μπαίνει στα σκαριά Χριστουγεννιάτικος Couλοδιαγωνισμός!

Έχεις απωθημένο να γίνεις συγγραφέας; Έχεις τρελή φαντασία και πρέπει κάπου να την διοχετεύσεις; Έτυχε κάτι στα μέχρι τώρα Χριστούγεννά σου και θες να το καταγράψεις; Ή απλά θες πάντα να κερδίζεις; Είμαι ο άνθρωπός σου!

Ό,τι κι αν συμβαίνει από τα παραπάνω κάτσε στον υπολογιστή σου και γράψε περίπου 200 λέξεις (20 πάνω, 20 κάτω) και περιγραψε μια coυλή χριστουγεννιάτικη ιστορία με ελεύθερο θέμα. Μέσα στις 200 σου λέξεις πρέπει να εμπεριέχονται οι λέξεις: μελομακάρονα, κηροπήγιο, σέρνομαι (σε οποιαδήποτε μορφή του ρήματος), καταφύγιο, νιφάδες.

Στείλε την ιστορία σου στο mail μου: koulakaikoula@yahoo.gr μέχρι τη Παρασκευή 23/12.
Οι ιστορίες θα αναρτηθούν και θα γίνει ανοιχτή ψηφοφορία στα σχόλια από τους bloggers, έτσι ώστε να βγει ο μέγας νικητής και να παραλάβει ένα υπέροχο χριστουγεννιάτικο δώρο! Δε ξέρω ακόμη τι θα είναι, αλλα θα το σκεφτώ πολύ σοβαρά.


1. Είσαι λέρα
"Ουυυφφφφ Δεν αντέχω άλλο" Διαμαρτυρήθηκε ο Άγιος Βασίλης στον Ρουντολφ σέρνοντας το κουρασμένο του κορμί στον καναπέ. "Κάθε χρόνο τα ίδια. Να τρέχω με χίλια καθε βραδυ με τις νιφάδες να πέφτουν στη μούρη μου, να περνάω όλα τα κόκκινα αεροφάναρα για να προλάβω να πάω τα δώρα στα αχάριστα παιδάκια και στο τέλος να τις τρώω και απο πάνω. Προχθές την ώρα που έβγαινα απο την καμινάδα σκεπτόμενος τα μελομακάρονα και το γαλατάκι που με περίμεναν δίπλα απο το χριστουγεννιάτικο δέντρο, να σου ο παππούς της οικογένειας να με τουλουμιάζει στο ξύλο με το τεράστιο ασημένιο κηροπήγιο. Με πέρασε λέει για ληστη!! Έλεος κύριε...απο την καμινάδα θα έμπαινα να κλέψω;; 3 ράμματα μου κόστισε το τροχόσπιτι της Barbie. Δεν αντέχω άλλο...θα πάρω τα ξωτικά μου και θα πάω στο καταφύγιο στον Αρκτούρο μαζί με τις αρκούδες να ξεχειμωνιάσω. Παραιτούμαι!!! Και εσύ επιτέλους Ρούντολφ σταμάτα να περηφανεύεσαι για την κόκκινη μύτη σου, με μπαταρία δουλεύει, παλιολέρα."


2. Χαμηλό βαρομετρικό

Πυκνές νιφάδες χιονιού έπεφταν έξω από το παράθυρο του καταφυγίου, όπου είχαν αποκλειστεί εδώ και μία εβδομάδα οι δύο ορειβάτες, κάπου στα ψηλά του Ολύμπου. Τα μηνύματα ήταν δυσοίωνα. Το κρύο τσουχτερό, ο ασύρματος δεν λειτουργούσε, η φωτιά έσβηνε και οι προμήθειες είχαν σχεδόν τελειώσει· δύο μελομακάρονα είχαν απομείνει όλα κι όλα στο βάθος του ορειβατικού σακιδίου της Αγγελικής... Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Πάνος: «Κανένα σημείο ζωής εκεί έξω». «Σε λίγο θα σβύσει και η φωτιά», είπε η Αγγελική και, κρατώντας ένα κηροπήγιο, άρχισε να ψαχουλεύει στη σκοτεινή αποθηκούλα του καταφυγίου για επιπλέον προμήθειες και ξύλα... «Πάρτο απόφαση, Αγγελική, χανόμαστε...», είπε ο Πάνος με πονηρό χαμόγελο. «Είμαι ο τελευταίος άντρας που αντικρίζεις, δεν νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να μου κάτσεις, επιτέλους;» «Άσε μας, ρε Πάνο, έχεις και όρεξη για πλάκες, τα πράγματα είναι σοβαρά», απάντησε η Αγγελική, που τώρα είχε αρχίσει να ψάχνει κάτω από τα κρεβάτια». «Σήκω, καλή μου, δεν είναι ανάγκη να σέρνεσαι για πάρτη μου», απάντησε με σαρδόνιο ύφος ο Πάνος. «Οφείλεις όμως να τηρήσεις την υπόσχεσή σου. Θυμάσαι; Παραμονή πρωτοχρονιάς 2009; “Η μόνη σου ελπίδα μαζί μου είναι αν ήσουν ο τελευταίος άνδρας στη γη”. Μπορεί να μην είμαι ο τελευταίος άνδρας επί γης, αλλά είμαι σίγουρα ο τελευταίος άνδρας που βλέπεις στη ζωούλα σου. Δεν μπορείς να κάνεις πίσω τώρα, τζάμπα οργάνωσα όλο αυτό το σχέδιο του αποκλεισμού μας;», είπε ο Πάνος και την πλησίασε με βλέμμα ανάμεικτο από πόθο και παράνοια, την ώρα που έσβηνε η τελευταία φλόγα στο τζάκι και το καταφύγιο βυθιζόταν στο σκοτάδι...


3. Τα μελομακάρονα μας τέλειωσαν
Ήταν σχεδόν έτοιμοι. Είχαν φορτώσει στο τζιπ τους σάκους τους κι ό,τι άλλο συμπράγκαλο υπολόγιζαν πως θα χρειάζονταν και το μόνο που έμενε ήταν να ξεκινήσουν. Μια παρέα των τεσσάρων, δυο ζευγάρια δλδ, είχαν αποφασίσει να περάσουν τα Χριστούγεννα μακριά απ' την πόλη. Ήταν μια ιδανική λύση κι ευκαιρία να τους παραχωρηθεί το σπιτάκι του θείου του Γιάννη στο βουνό για τις γιορτές. Εξάλλου 4 φοιτητές δεν είχαν και την οικονομική άνεση να υλοποιήσουν κάτι καλύτερο.Έκανε αρκετό κρύο και υπολογίζονταν πως πάνω στο βουνό θα είχε ήδη στρώσει το χιόνι...Θα περνούσαν υπέροχα παρέα μπροστά στο τζάκι, παίζοντας επιτραπέζια, ακούγοντας μουσική και φυσικά τρώγοντας τις λιχουδιές που τους είχε ετοιμάσει η μητέρα της Άννας.Το ταξίδι ήταν ευχάριστο και δεν αντιμετώπισαν καμιά δυσκολία στο δρόμο. Σιγά σιγά άφηναν πίσω τους την πόλη και τους υποδέχθηκε η φύση με την πυκνή της βλάστηση. Λίγες ώρες αργότερα είχαν φθάσει. Ήταν ένα υπέροχο, ειδυλλιακό μέρος. Το σαλέ έμοιαζε σαν ένα μικρό καταφύγιο ανάμεσα στα πεύκα και τα έλατα που απλώνονταν τριγύρω. Ήταν όπως το είχαν φανταστεί. Βγαίνοντας από το τζιπ το μαλακό χιόνι σαν χαλί τους υποδεχόταν στο κάθε τους βήμα. Λευκές νιφάδες χόρευαν γύρω τους που τις παρέσερνε ένα γλυκό βοριαδάκι. Η Άννα κι η Σάρα έτρεξαν κατευθείαν στο σπιτάκι για να ανάψουν το τζάκι και τα κεριά στα κηροπήγια...τα αγόρια έμειναν πίσω για να ξεφορτώσουν τα πράγματα και να τα μεταφέρουν μέσα. Ο Νίκος προηγήθηκε και έμεινε ξωπίσω ο Γιάννης να φέρει τα υπόλοιπα και να κλειδώσει το αυτοκίνητο. Ήταν ένας μεγαλόσωμος αθλητικός νέος. Πέρα από τα μαθήματα περνούσε ώρες πολλές στο γυμναστήριο και στην ομάδα μπάσκετ όπου έπαιζε. Καθώς λοιπόν τακτοποιούσε τις τελευταίες λεπτομέρειες πήρε να πάρει όσες αποσκευές είχαν απομείνει μαζί με τα τρόφιμα από το ανοικτό πορτ παγκάζ. Στρίβοντας στη γωνία του τζιπ πέφτει ξαφνικά σε ένα καφετί, τεράστιο αλλά συνάμα μαλακό όγκο. Μια πελώρια αρκούδα είχε χωμένη τη μουσούδα της στις τυλιγμένες λιχουδιές και μασουλούσε τα μελομακάρονα χωρίς να πάρει είδηση το Γιάννη...Εκείνου του κόπηκε το αίμα απ' την τρομάρα και την ταραχή...Γονάτισε και σύρθηκε σχεδόν γοργά ως το σπίτι. Με πρόσωπο κόκκινο από το φόβο και την αγωνία, εξηγεί στους φίλους του τι συνέβη. Αφού άκουσαν την εξιστόρηση οι υπόλοιποι η Σάρα με αθώο ύφος γυρίζει και του λέει: "Μας λες δλδ πως θα περάσουμε τα Χριστούγεννα χωρίς μελομακάρονα?" ;)


4. Ήταν ένας γάιδαρος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γάιδαρος με μεγάλα αυτιά. Αυτός ο γάιδαρος ήταν του παππού στο χωριό και όταν ο παππούς αρρώστησε, ο γάιδαρος – Μέλιο τον λέγαμε – δε χρησίμευε σε κανέναν πια. Κάποια Χριστούγεννα πήγα να δω τον άρρωστο παππού, ο παππούς κοιμόταν όταν έφτασα, η θεία μου είχε στολίσει ωραία το σπίτι, πήρα ένα χριστουγεννιάτικο κηροπήγιο, τρία μελομακάρονα και βγήκα στο σκοτάδι να δω το Μέλιο που είχε επίσης αρρωστήσει, ήταν και τόσων χρονών πια... Στο μεταξύ άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες χιονιού, μα εγώ κάθισα μαζί του όπως παλιά, ο στάβλος ήταν το καταφύγιο μας τα καλοκαίρια όταν ξενυχτούσαμε με τα ξαδέρφια στο δίπλα χωριό που είχε μπυραρία και τα πίναμε - γυρνούσαμε αργά, εγώ να σέρνομαι από το ποτό, ο Νώντας να παραπατά, η Ευλαμπία να ερωτεύεται κάθε βράδυ τον γιο του ιδιοκτήτη… Ο Μέλιος ήταν η κάλυψη μας κι όταν μας ψάχναν το πρωί ήξεραν θα μας έβρισκαν εκεί. Ψητό γάιδαρο έχετε ξαναδεί; Τί να σας πω τώρα, ότι αποκοιμήθηκα και ο σανός πήρε φωτιά, μόλις που πρόλαβε η θεία να με βγάλει έξω από το στάβλο; Ο παππούς με αποκλήρωσε εννοείται κι ο Νώντας μου έστειλε πάλι κάρτα Χριστουγέννων με γάιδαρους επάνω.


5. Τηλεφωνητής

Έλα βρε, εκεί είσαι; Σήκωσέ το το τηλέφωνο, αμάν αυτή η παλιομηχανή, καλά Χριστούγεννα βρε, σήκωσέ το σου λέω - δεν θες καλά θα στα πω έτσι και είμαι σίγουρος πως με ακούς. Έχω τρελαθεί στο τρέξιμο σήμερα, δεν σταμάτησαν και τα κουδούνια να χτυπάνε για τα κάλαντα, τα κερνάω μελομακάρονα που μου έφερε η γειτόνισσα μαζί με τα ψιλά, τι να τα κάνω ρε συ, να τα γλυκάνω λίγο, νηστικά είναι τα περισσότερα, βλέπεις στα ματάκια τους μια θλίψη... άστα, άρχισε και να χιονίζει απ το πρωί, πέφτουν τώρα πιο χοντρές οι νιφάδες, έχει χρόνια να ρίξει εδώ, θυμάσαι τότε που είχε ξαναχιονίσει πριν 4 χρόνια και σ έσερνα στο έλκηθρο κάτω στον κήπο; Τότε που είχε έρθει και η μάνα μου και την έπιασε μανία με τα ασημικά που μου χε αφήσει γιαγιά, λαμπίκο το κανε το κηροπήγιο, τώρα πάλι άρχισε να μαυρίζει. Σαν την ψυχή μου ρε συ. Που είσαι; Εκεί είσαι γιατί δεν το σηκώνεις; Γιατί επιμένεις να μην μου μιλάς; Το ξέρω ότι είσαι εκεί, στο σπιτάκι σου, το καταφύγιό σου όταν θες να είσαι μακριά από μένα. Σήκωσέ το σε παρακαλώ, συγχώρεσε με ρε συ... σε παρακαλώ. Πάρε με μετά, δεν είσαι με άλλον έ; πάρε με να μου πεις τουλάχιστον Kαλά Χριστούγεννα...


6. Κόκκινο χιόνι

O Aλέξανδρος κοίταξε τις βαριές νιφάδες που πεφταν εξω στο μπαλκόνι. Η κυρα Ανθούλα πάλευε με τα μελομακαρονα στην κουζινα και το σπιτι μυριζε κανέλλα και πορτοκάλι. Ένιωσε ενα αεράκι και κοίταξε την πόρτα... Σταθηκε μπροστα στον παλιο μπουφε και ο Αλεξανδρος παρατηρησε οτι στην φλογα των κεριων του κηροπηγιου δεν υπηρχε στον τοιχο ιχνος απο την σκια που τον κοιτουσε.
-Τι θες και σήμερα; Δε θα μου χαλάσεις το προγραμμα...
-Αλεξανδρε ,η δουλεια ειναι δουλεια!
Η Ανθουλα μπηκε στο σαλονακι και κοιταξε τον εγγονο της.
-Είναι εδω; τον ρωτησε! Ο Αλεξανδρος εγνεψε καταφατικα.
-Να αφησετε το παιδι ησυχο σημερα, τοσα χρονια με το μακαριτη η ιδια ιστορία ...δεν το ζητησε ουτε ο ενας ουτε ο αλλος ...να παρετε την καταρα σας και να φυγετε.
Η σκια πλησιασε τον νεαρο ανδρα του ειπε κατι στο αυτι και βγηκε στο δρομο. Επρεπε να βρει τροπο να το πει στην κοπελα, αλλα τι να της εξηγουσε απο ολο αυτο που συνεβαινε...δεν μπορουσε ουτε να μιλησει ουτε να εξηγησει σε κανεναν...η γιαγια ηξερε μεσες ακρες κατι λιγα και αυτο στοιχισε την ζωη του παππου. Μπηκε στην κουζινουλα ,αρπαξε 2 μελομακαρονα ,τα εχωσε στο στομα και φιλησε την γεροντισσα.
-Δε θα αργησουμε, της ειπε.
-Και το κοριτσι τι;
-Θα δουμε ,θα βρω κατι...
Εκλεισε την πορτα πισω του και πλησιασε τις σκιες που τον περιμέναν .
-Τελικα αποφασισαμε να πας στο καταφυγιο με την Ιολη σου ...θα κανεις εκει την δουλεια ....ηταν πιο μετα στο προγραμμα και γι'αλλον συνεργατη αλλα ειπαμε μέρες που ειναι...
Ο ψηλος εσκυψε και του ψιθυρισε κάτι.
Ο νεαρος πάγωσε....
-Δε γινεται αυτο ...πως θα γινει;
Οι σκιες εφυγαν σερνοντας τις αυλες υπαρξεις τους στο στενο δρομακι.
Πριν χαθουν του φωναξαν:
-Θα αργησετε για το καταφυγιο , μην καθεσαι...
Ουτε που καταλαβε τα παγωμενα χερια της που του κλεισαν τα ματια...


7. Μια χριστουγεννιάτικη πτώση
Χιόνι τον σκέπασε πολυ τον καφενέ του Περικλή
δεν είχε κανει τη σκεπή κι ήταν το χτύπημα βαρύ!
Πάτησε πάνω η χοντρή και έτριξε η κατασκευή,
ξεπέζεψε κι ο Σαντα Κλός και αλλο δε βάστηξε πολύ!
Πέσαν στο τζάκι μας μπροστά με θόρυβο και σαματά
Σπάσαν τραπέζια γυαλικά τζίτζιλα μιτζιλα πολλά
πέσανε μέσα στη φακή κι οι δεκαπέντε ποντικοι
που 'χαν φωλιάσει στη σκεπή κι ήταν το σπίτι τους εκει.
Σέρνομαι μέσα στο χαμό και ψάχνω κάπου να πιαστώ
νιφάδες πέφτουνε σωρός από τον τρύπιο ουρανό
Πωπωπω αχ τι κακό με βρήκε λεω και θρηνώ!
Που πήγαν όλα τα γλυκά κουλούρια δίπλες και λοιπά
και τα μελομακάρονα που μερες τα ζαχάρωνα,
μη βρήκαν καταφύγιο...κάτω απ' το κηροπήγιο?


8. Το τραύμα των Χριστουγέννων
Παραμονη Χριστουγέννων. Η Τζενη γύρισε κατάκοπη στο σπίτι, σχεδόν σερνόταν. Παντα τέτοια μέρα έχει πιο πολυ δουλεια,".. μωρε τι τους πιάνει και καυλώνουν ετσι χριστουγεννιάτικα σκέφτηκε?" Δεν γαμάνε στα σπίτια τους? Jesus! Στην πολυκατοικία μουσικές, χαχανητά, υστερικά μωρά και αυτη ανίκητη μυρουδιά της γαλοπούλας,,, Ε αστο διάολο σήμερα θα με ξεκανετε. Ανοιξε τη πόρτα της γκαρσονιέρας της, το δικο της μικρο καταφυγιο...επιτέλους θα ξεκουραζόταν. Αλλη μια φορα Χριστούγεννα μόνη, σκεφθηκε,απο τοτε που εκανε την αλλαγή φύλου, ηταν για την οικογένεια το μαύρο πρόβατο , στην Αθηνα δεν ήξερε μονο κανα δυο ατομα που δουλευαν κι αυτα αποψε... Εξω επεφταν οι πρώτες νιφάδες του χιονιού.. Δακρυα κύλησαν απο τα ματια της καθως θυμήθηκε τα τελευταία ευτυχισμένα Χριστούγεννα με τον διδυμο αδερφό της στα δεκαπέντε, στο χωριο! Πανε τοσα χρονια αλλα καθε χρονο τετοια μερα αυτη η αναμνηση επιστρεφει τοσο αδιστακτη. Αραγε θα τον ξαναβλέπε, ειχε χάσει τα ίχνη του και είχε περάσει ο καιρός που σα κοριτσάκι πίστευε στα θαύματα. Μαζι τους διωξανε απο το χωριο, αυτον για το χασίς που κάπνιζε κι αυτην γιατι ηταν σα κοριτσι και ντρεπονουσαν που ο γυιος τους ηταν κοριτσι. Να φανταστείς ότι ο Αλεκος δεν ήξερε καν οτι ειχε κανει αλλαγη φυλλου. Αρχισε να καταβροχθιζει τα μελομακαρονα , και συγχρονως να ξεβαφεται, οταν ακουσε ενα θόρυβο, πριν προλαβει να καταλαβει τι γινεται βρεθηκε αντιμετωπη με μια σκια διμετρη με κουκουλα, που ερχοταν πανω της απειλητικα... Πιανει το κηροπηγιο που ειχε στο τραπεζακι και του ριχνει μια στο κεφαλι και πεφτει κατω ζαλισμενος. Εντρομη με το κηροπηγιο στο χερι του βγαζει την κουκουλα, τι να δει? Ο Αλεξανδρος, ο διδυμος αδερφος σε κακα χαλια και με αιμα στο κουτελο απο το κηροπηγιο. Αλεκο? Εσυ?!!! Εκεινος ζαλισμενος καθως ηταν δυσκολευτηκε να καταλαβει και πολλα Τον πηρε αγκαλια και αρχισε να κλαιει γοερα...


9. Christmas stories are so cliché

Ήταν μεσημέρι, παραμονή Πρωτοχρονιάς, όταν σηκώθηκε από τον καναπέ, κουρασμένος να κοιτάει έξω από το παράθυρο μπας και δει λίγο ήλιο. Δεν ήταν από αυτούς που θέλουν να βλέπουν τις χριστουγεννιάτικες μέρες, νιφάδες χιονιού να πέφτουν καλύπτοντας τα πάντα. Του φαινόταν πολύ κλισέ. Γενικά έβρισκε πολλά πράγματα κλισέ, όπως τα μελομακάρονα και οι U2. Κάποιοι θα τον αποκαλούσαν hipster ,αλλά δεν του άρεσε αυτός ο χαρακτηρισμός, τον έβρισκε πολύ κλισέ. Εκείνη την ημέρα όμως, όλη η γειτονιά ήταν κάτασπρη και του θύμιζε την τραυματική εμπειρία που είχε ζήσει στο βουνό δύο χρόνια πριν, όταν είχε αποκλειστεί στο καταφύγιο με την τότε πεθερά του. Σίγουρα δεν περνούσε την καλύτερη πρωτοχρονιά της ζωής του. Ενώ ήταν απασχολημένος, ευχόμενος η επόμενη χρονιά να μην του επιφυλάσσει άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις, ξαφνικά θυμήθηκε πως έπρεπε να παραλάβει τα κηροπήγια που είχε παραγγείλει ως δώρο για τον γάμο της πρώην γυναίκας του. Προς στιγμήν αποφάσισε να μην πάει καν στον γάμο, αλλά το μετάνιωσε καθώς δεν ήθελε να της δώσει την ικανοποίηση να νομίζει ότι την σκέφτεται ακόμα και σέρνεται από μπαρ σε μπαρ, προσπαθώντας να ξεχάσει. Έτσι ντύθηκε και πήγε στο μαγαζί. Και καλά έκανε γιατί εκεί, όπως αποδείχτηκε, θα γνώριζε τον αληθινό έρωτα της ζωής του. Τι κλισέ...


10.
O θάνατος των Χριστουγέννων
Μεσα στο ντουλαπι, στο μπουφε στην τραπεζαρια...Ειχε βαλει η Κυρα Βασω τους κουραμπιεδες και τα μελομακαρονα, που εφτιασε για τα σογια, που θα ρχονταν στη γιορτη της...Να ...περιδρομιασουνε τον αμπακουλα και να πιουνε τον αμπακουλα και φετο...!! Οπως καθε χρονο...!! Εβγαλα προσεχτικα τους πυρρους απο τους μεντεσεδες...Του τριπλοκλειδωμενου ντουλαπιου...Και η βαρια σκαλιστη πορτα του μπουφε...Ακουμπησε απαλα στα μπρατσα μου... Την τυλιξα σε μια παλια πετσετα...Που εφερα γι αυτο το σκοπο...Και την εκρυψα κατω απο τον...Μπουφε...!! Μπροστα μου τωρα..Εβλεπα καθαρα στο φως του φακου...Την τεραστια μελωμενη πιατελλα...Με το θησαυρο... Συρθηκα αθορυβα και συνομωτικα στο κενο...Μεταξυ του στολισμενου δεντρου...Και του τραπεζιου της τραπεζαριας...Εβγαλα τα γαντια, σηκωσα την κουκουλα...Και...Επιτεθηκα...!! Οπως τα Μερσεσμιτ...109...Στα ντοκια του λιμανιου του Πειραια...!!! Οταν τελειωσε ο..Βομβαρδισμος...Η πιατελλα ειχε..Μισοαδειασει...!!...Πως θα καλυπτοτανε τετοια..Αραιωση, χωρις να βγαλει η κυρα Βασω, την παντοδυναμη παντοφλα;;; Ιδρωσα...Απο την αγωνια...!!.. Στο βαθος του ντουλαπιου...Λαμπυριζαν τα δυο ασημενια κηροπηγια..Της Χριστουγεννιατικης διακοσμησης... Χωρις δισταγμο...Πλαγιασα μεσα στην καθε..Αποδεκατισμενη πιατελλα...Ενα κηροπηγιο...Και πανω του "εχτισα" με προσοχη..Τους κουραμπιεδες και τα μελομακαρονα, που ειχαν απομεινει...!! Τωρα φαινοταν...Απειραχτα...Οπως ηταν πριν...!! Σκουπισα γρηγορα-γρηγορα τις αχνες της ζαχαρης...Και τα μελια,που ειαν γεμισει ολον τον τοπο...Με το δεξι μου μανικι...Βιδωσα..Ξανα τους πυρρους απο τους μεντεσσεδες της πορτας...Και σηκωθηκα να φυγω...!!
Μα τι ηταν αυτη η σκια...Που αντιφεγγιζε εφιαλτικα...Καθως τα λαμπιονια στο δεντρο αναβοσβηναν στο σκοταδι;;;Ενας τεραστιος σκοτεινος ογκος...Σαν τανκ..Τ 34...Στεκοταν ακινητος, και σιωπηλος...Πισω μου...!! Η κυρα Βασω...Με την παντοφλα στο χερι...Με κοιττουσε με μισος...!!...Μαζευτηκα απο τον τρομο...!!..Καθως εβλεπα τον θανατο να ερχεται...Και τη ζωη μου να περνα,μπροστα στα ματια μου...Σαν ταινια...!!
-Τωρα...Αλητη...Κλεφτρονι...!!!...Θα πεθανεις...!!! Ουρλιαξε...Και απλωσε τη χερουκλα...!!!
Ολα σκοτεινιασαν....!!


11. Χριστουγεννιάτικη ευχή

Τα μελομακάρονα χίλια μην τα κάνεις φέτος
φτάνουν και περισσεύουν αν κάτσεις κι εσύ να χαρείς
ούτε το σπίτι με βαριά κηροπήγια να φορτώσεις
δε χρειαζόμαστε κάτι πέρα από το παιχνιδιάρικο φως
του να είσαι εδώ
και από την κουζίνα και τις πολλές ετοιμασίες φύγε
και μια ανάσα πάρε, μην σέρνεσαι τις μέρες αυτές στανικά,
μόνο με την ψυχή σου γέλα πιο δυνατά πιο βαθιά ακόμα
απ' όσο ξέρεις να αγαπάς ώστε το καταφύγιο της ψυχούλας σου
να βρίσκεις σε κείνους μόνο που θέλουν να σε χαζεύουν να χορεύεις
τινάζοντας τις μικρές νιφάδες από το παλτό σου
που το παρατάς γρήγορα όπου όπου
γρήγορα να μπεις περιμένουν μέσα
και αφού όλα πανέτοιμα είναι κι όλοι εδώ
το νόημα των χριστουγέννων να ξεδιπλωθεί έτσι
όπως θα πεις "χρόνια πολλά σε όλους και καλά χριστούγεννα".


12.
Αγαπημένε μου
Αγαπημένε μου,
θυμάμαι τα τελευταία Χριστούγεννα που περάσαμε μαζί.. Έχουν περάσει τόσα χρόνια και όμως νιώθω λες και ήταν χθες.. που μέτραγα τα ευρώ για να μπορέσω να έρθω να σε βρω στην Παγοσκατοχώρα μου ήσουνα. Και σαν χθες θυμάμαι την αντίδραση της μαμας μου όταν της ανακοίνωσα ότι δεν θα περάσουμε τις γιορτές σαν οικογένεια. Και θυμάμαι που τα παράτησα όλα για να έρθω να κλειδωθώ μέσα στο σπίτι ενώ εσύ ξημεροβραδιαζόσουνα στη δουλεία.. και θυμάμαι πόσες ώρες πέρναγα μόνη κοιτώντας τις νιφάδες του χιονιού έξω από το παράθυρο, καθώς καθάριζα το σπίτι σου και έπλενα τα ρούχα σου και σερνόμουνα στα πατώματα για να καθαρίσω τα χαλιά και μαγείρευα καθε μέρα για να έχεις ζεστό φαγητό και έφτιαχνα μελομακάρονα και μηλόπιτες και σοκολατάκια.. και εσύ ερχόσουνα κουρασμένος κάθε βράδυ έτρωγες και ξάπλωνες.. Kαι ονειρευόμουνα πως το σπιτάκι αυτό θα γίνει μια μέρα το καταφύγιό μας και πως θα καθόμαστε αγκαλιά μπροστά στο τζάκι να ψήνουμε κάστανα.. και θυμάμαι που μια μέρα σου ζήτησα να πάμε να φτιάξουμε ένα χιονάνθρωπο και μου είπες όχι! Ήτανε μοναδικά Χριστούγεννα.. δεν είχα ξαναζήσει ποτε κάτι τέτοιο.. δίπλα σου ολα ήτανε μοναδικά.. γιατί ήσουνα μαλάκας και εγώ ηλίθια!! Αγαπημένε μου, ξέρω ότι δεν είμαστε πια μαζί, αλλά θέλω να σου ευχηθώ από τα βάθη της καρδιά μου ‘άει στο διάολο’ και φέτος να σου μπει το κηροπήγιο -εκείνο το κόκκινο το μεγάλο που είχα διακοσμήσει δίπλα στο παράθυρο- ξέρεις που!!


13. Ονειρεμένα Χριστούγεννα

Ο Χρήστος γύρισε σπίτι μετά από μία κουραστική μέρα στη δουλειά. Ανοίγει την πόρτα και ακούει, “ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ”! Ήταν όλοι του οι φίλοι και οι συγγενείς εκεί. “Πώς είχαν καταφέρει να μπουν;”, σκέφτηκε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Αλλά δεν τον ένοιαζε, ήταν όλοι εκεί οι γονείς του, οι φίλοι του, ακόμα και ο κολλητός του με τον οποίο ξέκοψαν όταν ο Χρήστος μετανάστευσε στην Αυστραλία... Το σπίτι του ήταν υπερβολικά καθαρό και στη μέση υπήρχε ένας μπουφές με κουραμπιέδες, μελομακάρονα και άλλα εκλεκτά εδέσματα. Όλα αυτά υπό το φως δύο περίτεχνων κηροπηγίων που υπήρχαν στο τραπέζι. Αγκάλιαζε και φιλούσε τους πάντες βουρκωμένος από τη συγκίνηση. Τη στιγμή που πίστευε ότι δεν μπορεί να γίνει πιο ευτυχισμένος είδε εκείνη... Ο έρωτας της ζωής του ξεπρόβαλε ανάμεσα από τον πατέρα του και έναν φίλο του. Η αγκαλιά της ήταν το μόνο “καταφύγιο” που είχε βρει στη ζωή του... “Μα πώς;” κατάφερε μόνο να ψελλίσει. Τον πλησίασε, έφτασε αρκετά κοντά του ώστε να νιώθει την καυτή ανάσα της στα χείλη του... Ο Χρήστος ξύπνησε ιδρωμένος, σύρθηκε από το κρεβάτι μέχρι τον υπολογιστή και κούνησε το ποντίκι για να φύγει η προφύλαξη οθόνης. Γέμισε ένα ποτήρι ουίσκι, κοίταξε τη φωτογραφία της νεκρής κοπέλας του και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. “Καλά Χριστούγεννα” ψιθύρισε. Έξω πυκνές νιφάδες χιονιού άσπριζαν τα αυτοκίνητα...


14. Ρεβεγιονάρισμα
Αποφάσισε η Ρίτσα. Και όταν από το μυαλό της περνάει κάτι, από το πλύσιμο τρεις τα μεσάνυχτα να σαπουνίσει το φωτιστικό της κουζίνας, μέχρι που θα περάσουμε τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές, εν προκειμένω, άντε να τις αλλάξεις τα εγκεφαλικά κύτταρα. Ηταν που θα είχαμε και τα πεθερικά μαζί, ήταν που δεν ήθελε ν’ανοίξει το σπίτι και μπουν με τα παπούτσια στο σαλόνι το αποστειρωμένο, η χαρά της μουρλής! Τέσσερα αυτοκίνητα τίγκα στη γούνα, βαλίτσες, παιδιά πάσης ηλικίας άσχετης, μανούλες φίλων, κουτιά με μελομακάρονα και τα βλαστιμίδια να πέφτουν από τον αντρικό πληθυσμό. Προορισμός το Περτούλι! Στάσεις ανά μισή ώρα γιατί όλο και κάποιος παππούς με τον προστάτη στα καλύτερα του και οι γιαγιάδες με την ακράτεια. Η Ρίτσα με την έξαψη της εμμηνόπαυσης και ο Χαράλαμπος πίσω να βρίζει σιωπηλά που στα δεκάξι του με τα σπυριά στο φόρτε τους να έχει πει για 368η φορά «Γαμώτο έγώ τι θέλω μαζί σας;» Για να παίρνει την απάντηση της μανούλας. «Χρονιάρες μέρες είναι για την οικογένεια!» Ο Παντελής έπαιζε με το νιντέντο και μας είχε γραμμένους. Είχε φτάσει δύο η ώρα αφού μασαμπουκώναμε σε κάθε λιγούρα και σε κάθε κατούρημα αράξαμε στην πόρτα του σαλέ (έτσι το έλεγαν οι κυρίες μας) καταφύγιο του οπισθίου θα το έλεγα αλλά κρατιόμουν. Ξημέρωσε παραμονή. Εξω έπεφταν οι νιφάδες πυκνές. Ο ανδρικός πληθυσμός το είχε ρίξει στη μαρμελάδα με την υποψία βουτύρου. Καφέδες σαν από μηχάνημα νοσοκομείου και ξεραμένες φέτες κέικ. Ο πεθερούλης μου κατέβηκε με όλο τον εξοπλισμό της βόλτας . Καπέλο, κασκόλ, μπότες και κόντρα ξούρα. Ηπιε τον καφέ του βιαστικά και μας ανακοίνωσε πως του αρέσει η φύση με τα έλατα και το χιόνι να πέφτει. Μέχρι το μεσημέρι άφαντος! Η Ρίτσα να ανησυχεί, να φωνάζει στον Χαράλαμπο να τρέξει να τον βρει και αυτός με μισογλαρό μάτι να της λέει «παράτα με μωρέεεε». Η πεθερά μου να κατεβάζει τα ηρεμιστικά σαν στραγάλια. Ολοι επί ποδός! Μας πλησιάζει ο ξενοδόχος: «Συγνώμη μήπως ψάχνετε τον κύριο που έφυγε το πρωί;» Δέκα έπεσαν πάνω του, μόνο που δεν τον έπιασαν από τα πέτα τον άνθρωπο! «Τον είδα πριν λίγο με την ανιψιά του στο καφενείο του μερακλή!» Ποια ανηψιά;;; Η πεθερά μου έπεσε στην πρώτη εύκαιρη πολυθρόνα. «Αντρέα παλικάρι μου πήγαινε με τη Ρίτσα να τον βρείτε, γιατί σέρνομαι αγόρι μου από τα χάπια.» Λες και εκατόν είκοσι κιλά θα μπορούσε να ισορροπήσει στους χιονισμένους δρόμους! Μια ώρα αργότερα φέραμε τον παππού με το καπέλο να στραβογέρνει στο κεφάλι και στο τσακίρ κέφι από τα τσίπουρα! Στη γκομενίτσα είχαμε δώσει τα εισιτήρια να γυρίσει όπως ήρθε! «Ντεν φτέει ιγώ παπούς ειπι μόνη τα είμι είπι» Ε, ρε και μόλις βλέπει η Φροσάρα τον παππού! Δίπλα της ένα κηροπήγιο στολισμένο με ένα αγγελάκι! Το εκσφενδονίζει με λύσσα αμίλητη. Είχε περάσει και η ώρα του μεσημεριανού! Οσο να πεις ο σύντροφος της δεν ήταν σε θέση να κάνει ελιγμούς, μόνο τυχαίους! Ρεβεγιονάραμε στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Η Φρόσω έκλαιγε με μια τυρόπιτα στο χέρι που την ένοιαξε περισσότερο από την ξανθή αμαρτία του!


15. Μελομακάρονα

Επιτέλους..έφτασε η μέρα.... παραμονή Χριστουγέννων... που θα πηγαίναμε με τον Γιώργο.. στα 3-5 πηγάδια για σκί...αθλητικοί τύποι και οι δύο...θα περνούσαμε υπέροχα..ευκαιρία να ανεβαίναμε και στο καταφύγιο..που βρισκότανε λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω!!!!!! Αφού πήραμε τα σέα και τα μέα μας....είπα να πάρουμε και ένα κουτί μελομακάρονα για το καλό μέρες Χριστουγέννων....και μπορεί να μας έπιανε και καμιά λιγούρα μέσα στη νύχτα....να μην είχαμε κάτι...να φάμε;;;; Ολα καλά φτασαμε στο σαλέ που ειχαμε κλείσει μέρες πρίν... Αφησα τα μελομακάρονα που κρατούσα στο τραπεζάκι του σαλονιού...και τακτοποίησα τα πραγματά μας!!!!
Το τοπίο..μαγευτικό!!!! έξω το χιόνι, έμοιαζε εξωπραγματικό....έτσι που το φώτιζε..το φώς του φεγγαριού!!! Ο Γιώργος ετοιμάστηκε να ανάψει το τζάκι... Οχ!! ξέχασα τον αναπτήρα και τα τσιγάρα στο αμάξι αγάπη μου είπε...μισό λεπτό να τον φέρω... Με το που βγαίνει έξω.. Τσάφφφ!!!! κόβετε το ρευμα!!! Μές το μαύρο σκοτάδι εγώ!! Και τώρα τι κάνω;;; Καπου είχα δεί μπαίνοντας ένα κηροπήγιο επάνω στο τζάκι.... Πάω στα σκοτεινά πρός τα εκεί.....τι το ήθελα;;;; σκοντάφτω στο τραπεζάκι ..και πάρτη κάτω!!!! Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκα με τα μελομακάρονα αγκαλιά....τα οποία δεν άντεξαν όπως καταλαβαίνετε.. το βάρος μου.... Σέρνοντας έφτασα στην πορτα να φωνάξω τον Γιώργο... Ανοίγοντας την τον βλέπω γεμάτο απο τις νιφάδες του χιονιού που είχαν αρχίσει να πέφτουν στο μεταξύ....στα μαλλιά του...στα ματόκλαδά του παντού ειχε χιόνι σαν χιονάθρωπος έμοιαζε... με τον αναπτήρα στα χέρια... τι έπαθες αγάπη μου;;;; με ρώτησε όλο αφέλεια.!!! Τίποτα είπα και τον αγκάλιασα....Μπήκαμε στο σπίτι που στο μεταξύ είχε έρθει το ρεύμα!!!! Βλέπει την κούτα με τα μελομακάρονα σκορπισμένα στο πάτωμα , και εμένα γεμάτη γλυκά ψιχουλάκια...στα μαλλιά στα ρούχα παντού!!! Σκάσαμε και οι δυό στα γέλια....εγώ να σκουπίζω το χιόνι απο ΄πανω του...και εκείνος τα ψιχουλάκια απο τα μελομακάρονα...... στα μαλλιά μου...!!!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ 

17 Δεκεμβρίου 2011



Αρχικά θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους και για τη συμμετοχή σας στον διαγωνισμό και για τις πολύτιμες ψήφους σας. Όλες οι ιστορίες είχαν κάτι ιδιαίτερο, είχαν το δικό σας προσωπικό στυλ. Κι αυτό είναι που μετράει περισσότερο από όλα. Ακόμη κι από τη νίκη. Για μένα τουλάχιστον ήταν τιμή που σκέψεις σας -ίσως και βιώματά σας- εκτέθηκαν σε αυτό το σχετικά κουλό ιστολόγιο. Ας δούμε μαζί τους νικητές γιατί είναι δύο.

Δυο ιστορίες κέρδισαν την προτίμηση και την ψήφο των περισσοτέρων από τους 42 bloggers που ψήφισαν. Οι δυο ιστορίες που βρέθηκαν στην κορυφή είναι:

"Το τραύμα των Χριστουγέννων"
του Άσωτου γιου

"Αγαπημένε μου"
της vanilla

Συγχαρητήρια παιδιά. Θα επικοινωνήσω μαζί σας για να παραλάβετε τα χριστουγεννιάτικα δώρα σας. Και κοίτα πως έτυχε τώρα! Τα δώρα σας θα είναι διπλά γιατί και με τους δυο έχουμε προηγούμενα από παλαιότερο διαγωνισμό.

Και για να μην μείνετε με την απορία του ποιος έγραψε τι, ας σας παρουσιάσω τους εμπνευστές και των υπόλοιπων ιστοριών. Δε θα βάλω link στα ονόματα γιατί λίγο ή πολύ γνωριζόμαστε μεταξύ μας! Άλλωστε στη blogroll μου θα τους βρείτε όλους, αν το θελήσετε.

Έχουμε και λέμε:


1. Είσαι λέρα Venea

2. Χαμηλό βαρομετρικό Blogirl


3. Τα μελομακάρονα μας τέλειωσαν Astrofegia

4. Ήταν ένας γάιδαρος Neerie
5. Τηλεφωνητής tremens

6. Κόκκινο χιόνι Evil Chef

7. Μια χριστουγεννιάτικη πτώση Georgina Kassavetes
8. Το τραύμα των Χριστουγέννων Άσωτος γιος

9. Christmas stories are so cliché The FKing


10. O θάνατος των Χριστουγέννων Μαχαίρης
11. Χριστουγεννιάτικη ευχή Περσέας

12. Αγαπημένε μου vanilla

13. Ονειρεμένα Χριστούγεννα no tomorrow

14. Ρεβεγιονάρισμα Γιαγιά Αντιγόνη


15. Μελομακάρονα Ρούλα Σμαραγδένια



ΥΓ Αύριο με το πρώτο φως της μέρας, θα γίνει και η κλήρωση για τα πέντε βιβλία που διεκδικείτε όσοι αφήνατε σχόλια τις τελευταίες μέρες! Φιλιά σε όλους!

ΥΓ Επανέρχομαι με μπόλικη χριστουγεννιάτικη coυλαμάρα.

ΥΓ Χρόνια Πολλά, με το καλό να μας μπει......το νέο έτος, παμπόνηροι μου εσείς!

28 Δεκεμβρίου 2011